…μαθαίνουμε ότι οι άνθρωποι βλέπουν την καλοσύνη μας που ίσως δεν βλέπουμε στον εαυτό μας. Οι συνοδοιπόροι καθρεφτίζουν εμάς τους ίδιους και μας δείχνουν πώς έχουμε αλλάξει.
Ζώντας Καθαροί, Κεφάλαιο 2, “Σύνδεση με τους άλλους”
Τις πρώτες μέρες της καθαρότητας, οι περισσότεροι από εμάς νιώθουμε εντελώς απαίσια για τον εαυτό μας. Είμαστε άρρωστοι από τα στερητικά. Μισούμε τους πάντες, είτε τους γνωρίζουμε είτε όχι. Νιώθουμε ντροπή, κυρίως επειδή μας έπιασαν. Είμαστε τσαντισμένοι με τις φυλακές, τα ιδρύματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με το ότι δεν πεθαίνουμε. Οι προοπτικές μας για το μέλλον είναι εξίσου σκοτεινές: Πρέπει να πηγαίνουμε σε αυτές τις ηλίθιες συγκεντρώσεις για το υπόλοιπο της ζωής μας και δεν μπορούμε ποτέ ξανά να κάνουμε χρήση ναρκωτικών. Και πρέπει να προσφέρουμε, να προσφέρουμε, να προσφέρουμε στη συγκέντρωση, ο ένας στον άλλον, στον πατέρα μας που μας κατέστρεψε εξαρχής λόγω της χρήσης του, στην ηλικιωμένη κυρία που μένει στο διαμέρισμα από κάτω, παρόλο που είναι κακιά μαζί μας. Και οφείλουμε να είμαστε συνέχεια ευγενικοί και να μιλάμε για τα προβλήματά μας και να ακούμε τα προβλήματα των άλλων και να βοηθάμε άλλους ναρκομανείς που είναι πιο μπερδεμένοι από εμάς. Το να είμαστε έστω και λίγο θετικοί για το μέλλον μας απαιτεί απίστευτη προσπάθεια.
Τελικά, η αντίστασή μας κάμπτεται. Κάνουμε τη συμφωνία -συγκεντρώσεις, υποστηρικτής, Βήματα, υπηρεσία- και είμαστε εκεί για τους νεοφερμένους. Βρίσκουμε μια Ανώτερη Δύναμη και αρχίζουμε να προσευχόμαστε και να διαλογιζόμαστε. Συγχωρούμε τον μπαμπά και βεβαιωνόμαστε ότι έχει όλα τα φάρμακά του (και δεν παίρνουμε κανένα από αυτά). Αποδεχόμαστε με ευγνωμοσύνη την απαίσια εορταστική τούρτα με φρούτα της ηλικιωμένης γειτόνισσάς μας και μαζεύουμε τα περιττώματα του μικρού σκυλιού της, όταν δεν το κάνει. Όταν επικρίνει το νέο μας τατουάζ, χαμογελάμε αντί να σχεδιάζουμε τον θάνατό της. Κάποιες φορές κάνουμε αυτά τα πράγματα απρόθυμα, αλλά συνήθως είναι πλέον δεύτερη φύση μας.
Κατά καιρούς, οι άνθρωποι το παρατηρούν. Αφού μοιράσουμε μερικά φυλλάδια σ’ έναν νεοφερμένο, ένας παλιός που θυμάται ποιοι ήμασταν όταν πρωτομπήκαμε, μας αγκαλιάζει (περισσότερο από το συνηθισμένο) και μας κοιτάζει βαθιά στα μάτια, με δάκρυα να τρέχουν. “Τι συμβαίνει;” ρωτάμε. Είναι περίεργο. “Εσύ”, μας λέει το μέλος, “είσαι πολυυυυύ διαφορετικός…”.
Αντιδρούμε. “Ωχ, έλα τώρα!” Το μόνο που κάναμε ήταν να δώσουμε σε κάποιον φυλλάδια! Αλλά και η αντίστασή μας σε αυτό σπάει. Κάνουμε το σωστό, λέμε “ευχαριστώ” και τους παίρνουμε και εμείς αγκαλιά.
Θα επιδιώξω να είμαι ευγενικός και γενναιόδωρος σήμερα. Αν κάποιος το επισημάνει, θα πω “ευχαριστώ”. Μπορώ να τους το αναγνωρίσω και ταυτόχρονα να αναγνωρίσω ότι έχω αλλάξει.
